Η υπόθεση της κοινοπραξίας Ashley & Holmes – Karamella αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των σοβαρών συνεπειών που μπορεί να έχει για την ιδιωτική οικονομία η μακροχρόνια καθυστέρηση του Δημοσίου στην εκπλήρωση των οικονομικών του υποχρεώσεων. Οι δύο εταιρείες συμμετείχαν σε σημαντικές καμπάνιες διεθνούς προβολής του ελληνικού τουρισμού, αναλαμβάνοντας έργα υψηλής ευθύνης και σημαντικού οικονομικού αντικειμένου για λογαριασμό του ΕΟΤ και του Υπουργείου Τουρισμού.
Για την εκτέλεση τέτοιων έργων, οι ανάδοχοι δεν παρέχουν απλώς δημιουργικές υπηρεσίες. Αναλαμβάνουν σημαντικές οικονομικές δεσμεύσεις απέναντι σε εργαζομένους, προμηθευτές, εταιρείες παραγωγής, μέσα ενημέρωσης και συνεργάτες. Η καμπάνια υλοποιείται σε πραγματικό χρόνο, οι υποχρεώσεις γεννώνται άμεσα και η επιχείρηση καλείται να χρηματοδοτήσει το έργο μέχρι την εξόφλησή της από τον δημόσιο φορέα.
Όταν όμως η πληρωμή καθυστερεί επί μακρόν, η σχέση αυτή παύει να είναι μια συνήθης εμπορική συναλλαγή. Στην πράξη, ο ιδιώτης μετατρέπεται σε άτυπο χρηματοδότη του Δημοσίου. Η επιχείρηση συνεχίζει να καταβάλλει μισθούς, φόρους και ασφαλιστικές εισφορές, να εξυπηρετεί τραπεζικές υποχρεώσεις και να καλύπτει λειτουργικό κόστος, χωρίς να έχει εισπράξει τα ποσά που αντιστοιχούν σε ήδη εκτελεσμένα έργα.
Στην περίπτωση της Ashley & Holmes και της Karamella, δημοσιευμένα στοιχεία της εποχής ανέφεραν σημαντικές απαιτήσεις έναντι του ΕΟΤ. Παράλληλα, οι δύο εταιρείες οδηγήθηκαν τα επόμενα χρόνια σε σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες, μέσα σε ένα ιδιαίτερα δυσμενές περιβάλλον για την ελληνική αγορά επικοινωνίας και διαφήμισης. Θα ήταν υπερβολικό να υποστηριχθεί ότι οι κρατικές οφειλές αποτέλεσαν τη μοναδική αιτία της κατάρρευσής τους. Θα ήταν όμως εξίσου εσφαλμένο να αγνοηθεί η επίδραση που μπορεί να είχε η έλλειψη ρευστότητας από απαιτήσεις εκατομμυρίων ευρώ.
Το ζήτημα εδώ είναι κυρίως θεσμικό. Ένα σύγχρονο κράτος δεν μπορεί να απαιτεί από τον ιδιώτη απόλυτη συνέπεια στις φορολογικές, ασφαλιστικές και συμβατικές του υποχρεώσεις και ταυτόχρονα να θεωρεί τη δική του καθυστέρηση διοικητικά ανεκτή. Η καθυστέρηση πληρωμής ενός μικρού ή μεσαίου προμηθευτή μπορεί να σημαίνει απώλεια θέσεων εργασίας, τραπεζική ασφυξία, αδυναμία εκπλήρωσης υποχρεώσεων και, τελικά, επιχειρηματική κατάρρευση.
Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι η εκ των υστέρων δικαστική ή διοικητική αναγνώριση μιας απαίτησης δεν αποκαθιστά πάντοτε τη ζημία. Η οικονομία λειτουργεί σε πραγματικό χρόνο. Μια επιχείρηση που δικαιώνεται χρόνια αργότερα μπορεί να μην υπάρχει πλέον, οι εργαζόμενοί της να έχουν απολυθεί και οι μέτοχοι ή οι πιστωτές της να έχουν υποστεί μη αναστρέψιμες απώλειες.
Η υπόθεση Ashley & Holmes – Karamella πρέπει συνεπώς να αντιμετωπιστεί ως υπενθύμιση μιας βασικής αρχής χρηστής διοίκησης: το Δημόσιο οφείλει όχι μόνο να αναθέτει νόμιμα και να απαιτεί ποιοτικά αποτελέσματα, αλλά και να πληρώνει εγκαίρως. Διότι η καθυστέρηση του κράτους δεν είναι απλώς μια λογιστική εκκρεμότητα. Μπορεί να εξελιχθεί σε συστημικό κίνδυνο για τις επιχειρήσεις που συνεργάζονται μαζί του.


