12.3 C
Athens
Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου, 2024
ΑρχικήΑΡΘΡΑΣπίτια της Μικρασίας, σπίτια της καρδιάς… (Μέρος Α’)
spot_img

Σπίτια της Μικρασίας, σπίτια της καρδιάς… (Μέρος Α’)

-

  • Κάθε Σεπτέμβρη μια πυρκαγιά σβήνει βίαια το όνειρο και σαν κακή μάγισσα μεταμορφώνει το παραμύθι σε τραγωδία!

 

 

Της Αγγελικής Κίτσου-Μαγαράκη *

 

«Ό,τι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια

που ήταν καινούρια το περασμένο καλοκαίρι

και γκρεμίστηκαν με τον αγέρα του φθινοπώρου».Ο πυκνός λόγος του Μικρασιάτη Ποιητή Γ. Σεφέρη μας δίνει σε τρεις στίχους το μέγεθος της Καταστροφής εκείνης.

Μνήμη Μικρασίας! Μας θολώνουν τα μάτια – και είναι φυσικό –  η αυτό-ήττα του ελληνικού στρατού, η σφαγή των αμάχων και η αιχμαλωσία και βέβαια η πυρκαγιά της Σμύρνης. Έτσι πολλές φορές, αν όχι τις περισσότερες, ξεχνούμε ποιοι ήταν οι Έλληνες της Μικρασίας, πώς ζούσαν, τι πολιτισμικό αποτύπωμα άφησαν σ΄ εκείνη τη γη. Μια πτυχή από αυτό το αποτύπωμα πολιτισμού θα προσπαθήσω απαλά να αγγίξω με αυτό το αφιέρωμα.

Κάθε άνοιξη μια ιστορία… σαν παραμύθι και σαν όνειρογαλανόλευκο ξετυλίγεται. Σεργιανά στις απέναντι ακτές γεμάτο χαρά και προσδοκίες!  Κάθε Σεπτέμβρη μια πυρκαγιά σβήνει βίαια το όνειρο  και σαν κακή μάγισσα μεταμορφώνει το παραμύθι σε τραγωδία!

Τα δικά μας παραμύθια

Σαν παραμύθι και σαν όνειρο ζήσαμε εμείς που έχουμε  ρίζες από τη γη της Μικρασίας όλα εκείνα που συμπύκνωναν οι δικοί μας άνθρωποι στη λέξη ΠΑΤΡΙΔΑ. Τα δικά μας παραμύθια ήταν θύμησες που ζωντάνευαν με πόνο και δάκρυ, με χαμόγελο και ελπίδα, με μοιρολόι και τραγούδι…

Μια φορά κι έναν καιρό… εκεί στα μέρη που ανατέλλει ο ήλιος ζούσαν Έλληνες. Τα χνάρια τους βαθιά μέσα στους αιώνες βλάστησαν μύθους και για πρώτη φορά τον Ορθό Λόγο της επιστήμης και της φιλοσοφίας. Μπορείς ακόμη να τον αφουγκραστείς ανάμεσα στα σπαρμένα μάρμαρα. Kι άλλοτε ύμνους βυζαντινούς ν’ ακούσεις  με του αγεριού τις ανάσες σ΄ ερειπωμένες εκκλησιές και κάστρα. Ακόμη, εκεί, στις «αμμουδιές του Ομήρου», ψιθυρίζει ο φλοίσβος τους αυτοσχέδιους στίχους ενός παππού την ώρα του φευγιού …

«Εμείς για πάντα φεύγουμε, σας αποχαιρετάμε. Σπίτι και γη μας, έχετε γεια, μη μας αλησμονάτε…»

Σημείο αναφοράς σε όσα έλεγαν οι άνθρωποι της πρώτης γενιάς, το σπίτι τους. Η εστία που φώτιζε τις καρδιές τα δύσκολα χρόνια της προσφυγιάς. Κι ήταν όμορφα τα σπίτια τους με το μεράκι της καρδιάς τους χτισμένα. Είχαν πλουμίδια στις ξώπορτες και στα παραθύρια και μύριζαν πάστρα και βασιλικά, γαρίφαλο και γιασεμί. Όλα ήταν όμορφα, φωτεινά εκεί στην πατρίδα!

Διερωτήθηκα πολλές φορές, ήταν πραγματικά τόσο όμορφος  εκείνος ο τόπος, ώστε να φτάνει στα όρια του ιδανικού; Μεγάλωσα πολύ για να κατανοήσω και να αισθανθώ σε βάθος πώς ένιωθαν ξεριζωμένοι άνθρωποι, οι δικοί μας άνθρωποι. Μαζί τους έφεραν την αγάπη, τις μνήμες και τη νοσταλγία για το σπίτι και τον τόπο που άφησαν. Κάποιοι μόνο αυτά! Εκτοπισμένοι και ανέστιοι με το υφάδι της φαντασίας ξανάστηναν το σπίτι που δεν μπορούσαν να κατοικήσουν πια, τον τόπο που δεν θα ξανάβλεπαν, με ένα τρόπο πολύ πιο ζωντανό από κάποιον που δεν τα έχει αποχωριστεί ποτέ. «Έχεις αιώνια αποκτήσει  μόνο αυτό που έχασες!» λέει ένα ρητό. Κι αυτό συνέβαινε με τους Μικρασιάτες προγόνους μας.

Τα έρημα κατώφλια

Καθημερινά διάβαιναν τα έρημα κατώφλια των σπιτιών τους. Πατούσαν ξανά τις μαυρόασπρες μαρμάρινες πλάκες του αντρέ, του χολ, προχωρούσαν δεξιά στη σάλα με τις δαντελένιες κουρτίνες, παραδίπλα στα ευήλια υπνοδωμάτια με τα ομορφοστρωμένα κρεβάτια και τέλος άνοιγαν τη μεγάλη τζαμόπορτα της τραπεζαρίας αδελφωμένη μ’ εκείνη του κήπου… κι αντίκριζαν πρασινάδα. Επιστρέφουμε μαζί τους εκεί με τους στίχους του επίσης Μικρασιάτη Μ. Ελευθερίου «κι η τζαμαρία με τις φτέρες για να ξυπνάς ένα πρωί και να θυμάσαι άλλες μέρες».

Ολοζώντανες ζωγράφιζε εκείνες οι μέρες το ακόνι της μνήμης.  Οι άνθρωποί μας εξέφραζαν τη νοσταλγία της χαμένης αφθονίας στον πλούτο της λεπτομέρειας. Ένα μοτίβο στο χειροποίητο χαλί, ένα κόνισμα, το κουταλάκι του γλυκού, η μπιρμπίλα στη δαντέλα, η λάμπα από οπαλίνα, το μονόγραμμα της νοικοκυράς στο μπακιρένιο τσουκάλι της προίκας, η μυρωδιά του αποξηραμένου σύκου στο κελάρι, το ελαφρό κοίλωμα στο πέτρινο σκαλοπάτι της εξώπορτας. Λεπτομέρειες που για εμάς φαντάζουν ασήμαντες ήταν για τους ανθρώπους μας πειστήρια της πρότερης ζωής τους. Ίσως κάποιες φορές υπερέβαλλαν στις αφηγήσεις τους όμως κι η υπερβολή δικαιολογημένη, σύμφωνα με την ψυχολογία, αφού με αυτήν αντιστάθμιζαν την ζοφερή πραγματικότητα που ζούσαν.

  • Η Αγγελική Κίτσου – Μαγαράκη είναι Συνταξιούχος Εκπαιδευτικός- Συγγραφέας.

 

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

spot_img
spot_img
[td_block_5 limit="10" ajax_pagination="infinite" f_ajax_font_family="617" f_header_font_family="617" f_more_font_family="617" m3f_title_font_family="617" m3f_cat_font_family="617" m3f_meta_font_family="617" m3f_title_font_weight="700"]
spot_img
[td_block_5 limit="10" f_header_font_transform="uppercase" ajax_pagination="load_more" sort="" category_id="" tdc_css="eyJhbGwiOnsibWFyZ2luLXRvcCI6IjMwIiwiZGlzcGxheSI6IiJ9fQ==" show_excerpt="none" art_title_pos="bottom" show_cat="none" show_author="none" show_btn="none" f_header_font_family="617" f_ajax_font_family="617" f_more_font_family="617" m3f_title_font_family="617" m3f_cat_font_family="617" m3f_meta_font_family="617" m3f_title_font_weight="700"]