14.5 C
Athens
Δευτέρα, 4 Μαρτίου, 2024
ΑρχικήΑΡΘΡΑΣήκωσε απ’ το χώμα το τραυματισμένο εικόνισμα
spot_img

Σήκωσε απ’ το χώμα το τραυματισμένο εικόνισμα

-

  • Μια λάμψη σαν αστραπή έσκισε τον αέρα. Δυο σώματα… ένα ρυάκι από αίμα… κι ένα εικόνισμα… κύλησαν στο χώμα.

 

Της Αγγελικής Κίτσου – Μαγαράκη*

Άλλοι έπαιρναν τον δρόμο για το κεφαλοχώρι της περιοχής, όπου υπήρχε στρατός. Έτσι πίστευαν. Κι άλλοι τραβούσαν για το λιμανάκι, μερικά χιλιόμετρα νότια του χωριού τους. Είχε ξαναπάει εκεί η Ασημίνα με τον άντρα της, νιόπαντρη. Η σκέψη του ανθρώπου της ένα ακόμα μαχαίρι στην τρομαγμένη καρδιά της.

– Πού να ’σαι, Δημητρό μου… αναστέναξε. Η Παναΐα κι ο Αϊ- Δημήτρης μαζί σου!

Ανασύνταξε τις δυνάμεις της. «Ίσως εκεί που θα πάμε, να μη φτάσουν, να μας σώσουν τα καράβια…», ψιθύρισε η ελπίδα μέσα της. Προχώρησαν. Το παιδάκι έγερνε νυσταγμένο στον ώμο της. «Κοιμήσου, που παρήγγειλα φεργάδα να μας πάρει μ’ ασήμι και με μάλαμα και με μαργαριτάρι!»

Βρήκε το κουράγιο να το νανουρίσει κι η φωνή της γλυκιά μαλάκωσε για λίγες στιγμές τ’ αγριεμένα πρόσωπα γύρω της. Δίπλα της, λίγα βήματα πιο πίσω, η μάνα της με το λιγοστό βιος τους στον κόρφο της περπατούσε κουρασμένα, με σκυμμένο το κεφάλι σιγομουρμουρίζοντας

– Κύριε, ελέησον!…

Η παράξενη σιωπή

Ξαφνικά μια παράξενη σιωπή απλώθηκε γύρω. Οι ολολυγμοί και τα τσιριχτά σταμάτησαν. Κάποια πουλιά πέρασαν βιαστικά πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Τράβηξαν για τη Δύση. Κι ύστερα η σιωπή… Απόλυτη… Μαρμαρωμένοι αφουγκράζονταν. Η ψυχή τους ανέβηκε στα μάτια τους και καρφώθηκε σ’ ένα σύννεφο σκόνης που έσβηνε βίαια τις απαλές καμπύλες των λόφων.

– Οι τσέτες!

Ήρθε απόκοσμη η φωνή. Ρίγησ’ ο αγέρας. Η απόγνωση σκέπασε σαν μάσκα τα πρόσωπα των ανθρώπων. Ακούνητες οι σκέψεις. Πέτρωσε η στιγμή στην κλεψύδρα του χρόνου. Καλπασμός θανάτου έφτανε τώρα στ’ αφτιά τους όλο και πιο δυνατά. Οι πρώτοι καβαλάρηδες φάνηκαν. Μυκηθμοί όργωσαν τον ουρανό. Λεπίδες άστραψαν στον ήλιο του απομεσήμερου. Ανεμοστρόβιλος ο πανικός περιδίνησε το ανθρώπινο κοπάδι σαν φτερό. Κραυγές, ικεσίες, βλαστήμιες… Σπαραγμός ατελείωτος, άφατος, απερίγραπτος! Η κορύφωση της τραγωδίας!

Στα ξερόχορτα

Ένας καβαλάρης με τον άνεμο της ορμής του έριξε τη γιαγιά έξω από τον δρόμο, πάνω στα ξερόχορτα που στόλιζαν τις άκρες του. Το βλέμμα του έπεσε στη νεαρή μάνα. Έγινε λάγνο. Τράβηξε τα γκέμια του αλόγου. Εκείνο πισωπάτησε, μ’ ένα ανατριχιαστικό χλιμίντρισμα, σηκώνοντας πίδακες σκόνης. Έκανε μισή στροφή. Είδε το παιδί. Πλησίασε. Σήκωσε το σπαθί του… Ενστικτωδώς η Ασημίνα τραβήχτηκε πίσω. Η ζωή του παιδιού της, η τιμή κι η ζωή της ένα ζάρι στα χέρια της. Έσπρωξε κάτω απ’ το στήθος της το κεφαλάκι της Μαρίας. Το ’σφιξε πάνω στην καρδιά της, σκεπάζοντάς το συγχρόνως με το εικόνισμα της Παναγιάς, και πρόταξε το στέρνο της. Μια λάμψη σαν αστραπή έσκισε τον αέρα. Δυο σώματα… ένα ρυάκι από αίμα… κι ένα εικόνισμα… κύλησαν στο χώμα.

Πέρασε ώρα. Είχε πια περάσει ο τυφώνας του μίσους αφήνοντας πίσω αφανισμένους ανθρώπους και πληγωμένες ζωές. Η γριά μάνα ανασηκώθηκε. Με μια δύναμη τρέλας στάθηκε στα πόδια της. Έκανε μερικά βήματα και σωριάστηκε πάνω στο άψυχο κορμί της κόρης της. Η ζωή της έφευγε μέσα στον πιο πικρό και μεγάλο πόνο…Έκλεισε τα μάτια της… Μια μικρή γρήγορη ανάσα, ένας χτύπος καρδούλας, σαν κυνηγημένου πουλιού, έφτασε στην αδύναμη ακοή της. Η Μαρία κουρνιασμένη κάτω απ’ τις φτερούγες της άψυχης μητέρας της την κοίταζε με μάτια γεμάτα τρόμο κι απορία.

– Μα… μ…, για… γιά!

Ένα φως τρεμόπαιξε στο βάθος των ματιών της γερόντισσας. Η τρεμουλιαστή φωνούλα της Μαρίας πνοή ζωοδότρα! Σηκώθηκε. Άρπαξε στα χέρια το παιδί μ’ εκείνη τη βουβή αντοχή, που έχει περάσει πια τα σύνορα της απόγνωσης, και σήκωσε απ’ το χώμα το τραυματισμένο εικόνισμα. Μικρά άλικα δάκρυα έσταζαν από τα μάτια της Παναγιάς. Με σταθερό βήμα πήρε τον δρόμο της  προσφυγιάς. Στα εβδομήντα της ξαναγινόταν μάνα.

Αχνά, σαν σε όνειρο, θυμόταν η Μαρία τη μητέρα της. Η εικόνα της ερχόταν θαμπή, πάντοτε μέσα σ’ ένα σύννεφο σκόνης. Τότε έστρεφε το βλέμμα στο εικόνισμα της Παναγιάς κι ένιωθε τη μορφή της μάνας της -έτσι, όπως εκείνη την είχε πλάσει- να ζωντανεύει.

– Μάνα – Παναγιά! ψιθύριζε.

 

  • Η Αγγελική Κίτσου – Μαγαράκη είναι Συνταξιούχος Εκπαιδευτικός- Συγγραφέας. Το διήγημα «Μια Παναγιά» συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο της «έντεκα κειμήλια μια ιστορία» εκδ. Μπαλτά εξ Ανατολών, 2018

 

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

spot_img
spot_img
[td_block_5 limit="10" ajax_pagination="infinite" f_ajax_font_family="617" f_header_font_family="617" f_more_font_family="617" m3f_title_font_family="617" m3f_cat_font_family="617" m3f_meta_font_family="617" m3f_title_font_weight="700"]
spot_img
[td_block_5 limit="10" f_header_font_transform="uppercase" ajax_pagination="load_more" sort="" category_id="" tdc_css="eyJhbGwiOnsibWFyZ2luLXRvcCI6IjMwIiwiZGlzcGxheSI6IiJ9fQ==" show_excerpt="none" art_title_pos="bottom" show_cat="none" show_author="none" show_btn="none" f_header_font_family="617" f_ajax_font_family="617" f_more_font_family="617" m3f_title_font_family="617" m3f_cat_font_family="617" m3f_meta_font_family="617" m3f_title_font_weight="700"]