11 C
Athens
Δευτέρα, 4 Μαρτίου, 2024
ΑρχικήΔΙΑΦΟΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣΜε θαμπωμένα μάτια πήρε το κόνισμα στο ένα χέρι
spot_img

Με θαμπωμένα μάτια πήρε το κόνισμα στο ένα χέρι

-

  • Όλοι κάτι κουβαλούσαν, ένα τσουκάλι, μια κουβέρτα, ό, τι βρήκαν μπροστά τους. Ένας χορός αλλόκοτος, παρδαλός

 

Της Αγγελικής Κίτσου – Μαγαράκη*

 

Η Μαρία ήταν πια τριών χρόνων και λίγων μηνών εκείνο τον Αύγουστο. Έπαιζε ξέγνοιαστη στην αυλή του σπιτιού τους, κάτω από τη φορτωμένη κληματαριά, το αυτοσχέδιο τύμπανό της, ένα αναποδογυρισμένο μπακιρένιο τσουκάλι που το χτυπούσε με μια ξύλινη κουτάλα. Σε κάθε δυνατό χτύπο του τιναζόταν ελαφρά κι έβγαζε ένα τσιριχτό γέλιο.

Δίπλα της η Ασπρούλα, η γάτα του σπιτιού, νιαούριζε ενοχλημένη από τον θόρυβο και την αδιαφορία της φίλης της. Απ’ το παράθυρο της κουζίνας η Ασημίνα έριχνε κάθε τόσο τρυφερές ματιές στο μπουμπούκι της που άνθιζε. Το χαμογελαστό προσωπάκι του της έδιωχνε τις σκοτεινές σκέψεις.

Περνούσε δύσκολους καιρούς η νεαρή μάνα. Ο άντρας της είχε φύγει για το μέτωπο. Άντρας και γυναίκα εκείνη, δούλευε σκληρά στο σπίτι και στ’ αμπέλια, για να μη λείψει τίποτα στο παιδί της και στη γριά μάνα της που ζούσε μαζί τους. Ευτυχώς, καλό ήταν φέτος το μαξούλι! Δε θα πεινούσαν. Μα άλλες σκέψεις, μαύρα αρπαχτικά πουλιά που εφορμούν στο θήραμά τους, λιάνιζαν το μυαλό της. Τα μαντάτα από το μέτωπο, όσα ξέφευγαν από τη λογοκρισία, έφταναν με σιβυλλικά μισόλογα, σαν απόηχος, στο χωριό. Ακόμη κι οι πιο αισιόδοξοι ήταν τον τελευταίο καιρό συγκρατημένοι κι επιφυλακτικοί. Τα χαμόγελα είχαν σβήσει κι οι κουβέντες ήταν μετρημένες.

Η αγωνία αναμονής

Στα πρόσωπα των ανθρώπων διάβαζες την αγωνία της αναμονής. Κι εδώ και λίγες μέρες μια σιωπή σερνόταν στα έρημα καντούνια, σκοτεινή, ύπουλη, απειλητική. Στην Ανατολή ένας κουρασμένος στρατός ξεψυχούσε κι άνεμος καυτός απ’ της Κόκκινης Μηλιάς τα μέρη έμελλε σε λίγο να σκορπίσει τα κουρελιασμένα απομεινάρια του. Πήγε ν’ ανθίσει το χαμόγελο στα χείλη της Ασημίνας, καθώς έριξε μια ακόμα ματιά στο φωτεινό, ανέμελο προσωπάκι του παιδιού της, όταν ακούστηκε η κραυγή:

– Έρχονται οι τσέτες! (σώματα Τούρκων άτακτων πολεμιστών).

Έμοιαζε να μη βγήκε από ανθρώπινο στόμα… Ήταν κάτι σα βρυχηθμός πληγωμένου ζώου που έβγαζε φόβο κι αγριάδα μαζί. Ένας κεραυνός που θρυμμάτισε απρόσμενα την καλοκαιρινή λιακάδα. Κι όμως ήταν αυτό που φοβούνταν και δεν ξεστόμιζαν. Αυτό που κατάτρωγε εδώ και καιρό τον νου και σκοτείνιαζε την ψυχή τους.

Όρμησε στην αυλή. Άκουσε πόρτες ν’ ανοιγοκλείνουν και τρεχαλητά αλαφιασμένα στο σοκάκι. Άρπαξε στην αγκαλιά το παιδί της και ξαναμπήκε τρέχοντας στο σπίτι. Τα μάτια της γουρλωμένα απ’ τον φόβο έριχναν άδεια βλέμματα γύρω. Ο νους της σταματημένο ρολόι. Τι να πάρει, τι ν’ αφήσει; – Πάρε τα τζοβαΐρια!

Η ψυχραιμία των γηρατειών… Η φωνή της μάνας της ξύπνησε το μυαλό της. Μπήκε στο υπνοδωμάτιο. Πήρε απ’ το συρτάρι τα λιγοστά της κοσμήματα, δυο δαχτυλίδια, ένα βραχιόλι, τα σκουλαρίκια με τα μικρά ζαφείρια και τον βαφτιστικό σταυρό της Μαρίας της. Τα ’βαλε σ’ ένα μαντίλι και τα ’δωσε στη γερόντισσα. Τράβηξε το χράμι από το κρεβάτι. Ετοιμαζόταν να βγει έξω, όταν το περιφερόμενο βλέμμα της διασταυρώθηκε μ’ εκείνο της Παναγιάς.

– Σ’χώρα με, Παναΐτσα μου, που σε ξέχασα! Σ’χώρα με! Έκανε τον σταυρό της και με θαμπωμένα μάτια πήρε το κόνισμα στο ένα της χέρι. Το ακούμπησε στο στήθος της για να πάρει κουράγιο. Με τ’ άλλο σήκωνε το παιδί της, που είχε γείρει στον ώμο της και τον έσφιγγε δυνατά.

Αλλοπαρμένοι

Βγήκαν στον δρόμο. Άνθρωποι αλλοπαρμένοι έτρεχαν δεξιά κι αριστερά. Πού να πάνε; Πού να κρυφτούν; Της φάνηκε ότι δε γνώριζε κανέναν. Οι γείτονες, οι συχωριανοί της είχαν γίνει μέσα σε λίγη ώρα πρόσωπα άγνωστα, παραμορφωμένα απ’ τον τρόμο. Μιλούσαν, φώναζαν κάποιοι, μα η γλώσσα τους της ήταν άγνωστη. Λέξεις ακαταλαβίστικες, χωρίς νόημα, έβγαιναν πνιχτές απ’ τα στόματά τους.

Όλοι κάτι κουβαλούσαν, ένα τσουκάλι, μια κουβέρτα, ό, τι βρήκαν μπροστά τους. Ένας χορός αλλόκοτος, παρδαλός. Ο Τρόμος με σαρδόνιο χαμόγελο απολάμβανε την απόλυτη κυριαρχία του. Μόνο ο ουρανός κρατούσε ακόμη τη γαλάζια ηρεμία του μπροστά στο αγρίεμα της Γης. Φαίνεται δεν έφταναν ως εκεί ψηλά οι οιμωγές των ανθρώπων.

 

  • Η Αγγελική Κίτσου – Μαγαράκη είναι Συνταξιούχος Εκπαιδευτικός- Συγγραφέας. Το διήγημα «Μια Παναγιά» συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο της «έντεκα κειμήλια μια ιστορία» εκδ. Μπαλτά εξ Ανατολών, 2018
OLYMPUS DIGITAL CAMERA

spot_img
spot_img
[td_block_5 limit="10" ajax_pagination="infinite" f_ajax_font_family="617" f_header_font_family="617" f_more_font_family="617" m3f_title_font_family="617" m3f_cat_font_family="617" m3f_meta_font_family="617" m3f_title_font_weight="700"]
spot_img
[td_block_5 limit="10" f_header_font_transform="uppercase" ajax_pagination="load_more" sort="" category_id="" tdc_css="eyJhbGwiOnsibWFyZ2luLXRvcCI6IjMwIiwiZGlzcGxheSI6IiJ9fQ==" show_excerpt="none" art_title_pos="bottom" show_cat="none" show_author="none" show_btn="none" f_header_font_family="617" f_ajax_font_family="617" f_more_font_family="617" m3f_title_font_family="617" m3f_cat_font_family="617" m3f_meta_font_family="617" m3f_title_font_weight="700"]