Για σχεδόν έναν αιώνα, μάθαμε να θεωρούμε τα αντιβιοτικά δεδομένα.
Μια βακτηριακή πνευμονία.
Μια ουρολοίμωξη.
Μια λοίμωξη μετά από χειρουργείο.
Ο γιατρός επιλέγει το κατάλληλο αντιβιοτικό και περιμένουμε ότι θα λειτουργήσει. Τι γίνεται, όμως, όταν δεν λειτουργεί; Όχι επειδή το φάρμακο είναι ελαττωματικό. Ούτε επειδή ο οργανισμός του ασθενούς «συνήθισε» το αντιβιοτικό. Αλλά επειδή το ίδιο το βακτήριο έχει αποκτήσει την ικανότητα να επιβιώνει απέναντι στο φάρμακο που κάποτε μπορούσε να το σκοτώσει ή να αναστείλει την ανάπτυξή του. Αυτό είναι, με απλά λόγια, η μικροβιακή αντοχή. Και δεν αποτελεί ένα μακρινό σενάριο για το μέλλον.
Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, περίπου μία στις έξι εργαστηριακά επιβεβαιωμένες βακτηριακές λοιμώξεις παγκοσμίως το 2023 ήταν ανθεκτική στα αντιβιοτικά. Ακόμη πιο ανησυχητικά, μεταξύ 2018 και 2023, η αντοχή αυξήθηκε σε περισσότερο από το 40% των συνδυασμών βακτηρίου-αντιβιοτικού που παρακολουθούνταν, με μέση ετήσια αύξηση 5% έως 15%. Δεν περιμένουμε, λοιπόν, την ημέρα που τα αντιβιοτικά θα αρχίσουν να χάνουν τη δύναμή τους. Αυτό έχει ήδη αρχίσει να συμβαίνει.
Δεν αποκτάς εσύ αντοχή στο αντιβιοτικό
Όπως εξηγεί ο ΕΟΔΥ, τα ανθεκτικά μικρόβια δεν καταστρέφονται από τα αντιβιοτικά απέναντι στα οποία έχουν αποκτήσει αντοχή. Επιβιώνουν, πολλαπλασιάζονται και μπορούν να μεταδώσουν τα χαρακτηριστικά της αντοχής στις επόμενες γενιές μικροβίων.
Η εξέλιξη αντοχής είναι ένα φυσικό βιολογικό φαινόμενο. Το πρόβλημα είναι ότι η υπερβολική και λανθασμένη χρήση των αντιμικροβιακών φαρμάκων επιταχύνει δραματικά αυτή τη διαδικασία. Κάθε φορά που χρησιμοποιείται ένα αντιβιοτικό, ασκείται μια μορφή εξελικτικής πίεσης στα βακτήρια. Τα ευαίσθητα μπορεί να εξαφανιστούν, ενώ όσα διαθέτουν μηχανισμούς που τους επιτρέπουν να επιβιώσουν αποκτούν πλεονέκτημα. Και αυτά είναι που μπορούν στη συνέχεια να πολλαπλασιαστούν και να εξαπλωθούν.
Η Ελλάδα έχει έναν επιπλέον λόγο να ανησυχεί
Για τη χώρα μας, το θέμα δεν είναι θεωρητικό. Τα ευρωπαϊκά δεδομένα για την κατανάλωση αντιβιοτικών δείχνουν ότι το 2024 η Ελλάδα είχε την υψηλότερη συνολική κατανάλωση αντιβιοτικών μεταξύ των χωρών της ΕΕ/ΕΟΧ που παρείχαν στοιχεία. Η κατανάλωση έφτασε τις 29,9 καθορισμένες ημερήσιες δόσεις ανά 1.000 κατοίκους την ημέρα, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 20,3. Και τα στοιχεία από τα νοσοκομεία είναι ακόμη πιο ανησυχητικά.
Το ECDC πραγματοποίησε ειδική αποστολή στην Ελλάδα το 2024 και κατέληξε ότι η κατάσταση της μικροβιακής αντοχής και των λοιμώξεων που συνδέονται με τη φροντίδα υγείας παραμένει ιδιαίτερα ανησυχητική.
Το 2026, μάλιστα, το ελληνικό Υπουργείο Υγείας επανήλθε στο ζήτημα παρουσιάζοντας δεδομένα από την ηλεκτρονική συνταγογράφηση, επισημαίνοντας ότι η κατανάλωση αντιβιοτικών στην Ελλάδα παραμένει σε υψηλά επίπεδα.
Το αντιβιοτικό δεν είναι φάρμακο για κάθε λοίμωξη
Εδώ βρίσκεται μία από τις πιο απλές αλλά κρίσιμες διακρίσεις. Τα αντιβιοτικά δρουν εναντίον βακτηρίων. Δεν θεραπεύουν τους ιούς. Επομένως, ένα αντιβιοτικό δεν θεραπεύει από μόνο του ένα κοινό κρυολόγημα ή μια γρίπη, που προκαλούνται από ιούς. Η άσκοπη λήψη του δεν κάνει απλώς «τίποτα». Συμβάλλει στην πίεση που ευνοεί την επιλογή ανθεκτικών βακτηρίων και μπορεί παράλληλα να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες.
Γι’ αυτό και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας χαρακτηρίζει την υπερβολική και ακατάλληλη χρήση αντιμικροβιακών ως έναν από τους βασικούς παράγοντες που οδηγούν στην ανάπτυξη και εξάπλωση ανθεκτικών παθογόνων. «Έχω αντιβίωση που περίσσεψε στο σπίτι». Είναι μια σκηνή που επαναλαμβάνεται εύκολα:
Πονάει ο λαιμός.
Υπάρχει βήχας.
Ίσως πυρετός.
Στο ντουλάπι έχουν μείνει μερικά χάπια από μια προηγούμενη θεραπεία.




