Της Μαρίας Στ.-Α. Θεοδωρίδου
Για τους ασφαλισμένους που βρίσκονται πριν από την συνταξιοδότηση («υποψήφιοι συνταξιούχοι»), ο νόμος 3846/2010 προβλέπει ότι μετά από αίτηση του ασφαλισμένου που υποβάλλεται στα τελευταία δύο (2) χρόνια πριν από την ημερομηνία συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας για συνταξιοδότηση, κάθε ασφαλιστικός φορέας, πλην του ΟΓΑ, υποχρεούται να προβαίνει σε πιστοποίηση του χρόνου ασφάλισής του και να χορηγεί την αντίστοιχη «προσυνταξιοδοτική βεβαίωση».
Η βεβαίωση αυτή είναι απαραίτητη καθώς όχι μόνο πιστοποιεί με ακρίβεια τον χρόνο ασφάλισης του υποψήφιου συνταξιούχου αλλά χρησιμεύει και στην διερεύνηση της θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Έτσι, ο υποψήφιος συνταξιούχος έχει τη δυνατότητα με ασφάλεια να διαπιστώσει με ποιες διατάξεις συνταξιοδοτείται και σε ποια ηλικία ενώ παράλληλα δύναται να προγραμματίσει μελλοντικές κινήσεις του όπως είναι οι εξαγορές πλασματικών ετών ή η διακοπή εργασίας πριν τη συμπλήρωση του νόμιμου ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης.
Για όσους εργάζονται στο Δημόσιο τον αντίστοιχο ρόλο της προσυνταξιοδοτικής βεβαίωσης επέχει το πιστοποιητικό υπηρεσιακών μεταβολών. Αυτό εκδίδεται από το αρμόδιο όργανο της υπηρεσίας, όπου ανήκει οργανικά ο υποψήφιος συνταξιούχος και περιλαμβάνει κάθε απαραίτητη πληροφορία που προκύπτει από το προσωπικό μητρώο του ή από το αρχείο της αρμόδιας υπηρεσίας προσωπικού όπως είναι ο διορισμός του, οι μεταβολές θέσης, οι αναρρωτικές άδειες καθώς και η αναγνωρισμένη προϋπηρεσία εκτός δημόσιου τομέα.
Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι ο χρόνος εργασίας των δημοσίων υπαλλήλων σε φορείς του δημοσίου πριν από τον διορισμό τους ως μόνιμοι υπάλληλοι, που αναγράφεται στο πιστοποιητικό υπηρεσιακών μεταβολών, αναγνωρίζεται ως συνεχόμενος στο δημόσιο, αποκλειστικά για τη βαθμολογική και μισθολογική τους εξέλιξη, και δεν θεωρείται συντάξιμος.
Θα ληφθεί υπόψη
Συγκεκριμένα, εάν ένας υπάλληλος έχει εργαστεί με σύμβαση ορισμένου χρόνου και ασφάλιση τ.ΙΚΑ για δύο χρόνια σε δημόσιο φορέα και στη συνέχεια διοριστεί μόνιμος στην ίδια θέση μέσω διαγωνισμού, δεν θα μπορεί να προσμετρήσει τα δύο χρόνια προϋπηρεσίας του στον συνολικό χρόνο υπηρεσίας του στο δημόσιο από το διορισμό του και μετά, εκτός αν πρόκειται για τη μισθολογική του ωρίμανση ή τη βαθμολογική του εξέλιξη. Όσον αφορά τη σύνταξη, ο χρόνος προϋπηρεσίας του θα ληφθεί υπόψη για την εκπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, όχι όμως ως θεμελιωτικός χρόνος με βάση τις διατάξεις του δημοσίου, αλλά σύμφωνα με τις διατάξεις της διαδοχικής ασφάλισης.
Οι χρόνοι που αναγνωρίζονται ως συντάξιμοι από το Δημόσιο προβλέπονται ρητώς και περιοριστικώς στην ισχύουσα συνταξιοδοτική νομοθεσία (Π.Δ. 169/2007, όπως ισχύει). Σύμφωνα δε με τις γενικές αρχές της ασφαλιστικής/συνταξιοδοτικής νομοθεσίας, για να θεωρηθεί ένας χρόνος ως συντάξιμος, προκειμένου να θεμελιωθεί σχετικό δικαίωμα, θα πρέπει να υφίσταται ασφάλιση και κατ’ επέκταση καταβολή των προβλεπόμενων ασφαλιστικών εισφορών. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναγνώριση του χρόνου προυπηρεσίας στον ιδιωτικό τομέα, που αποτυπώνεται στο πιστοποιητικό υπηρεσιακών μεταβολών, αφορά δικαιώματα μισθολογικής και βαθμολογικής φύσης και είναι διάφορη κάθε συνταξιοδοτικής αναγνώρισης.
Σε κάθε περίπτωση, εφόσον κάποιος έχει εργασθεί και ασφαλισθεί κατά το προγενέστερο του διορισμού του χρονικό διάστημα στον ιδιωτικό τομέα, ο χρόνος αυτός θα συνυπολογιστεί για θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, σύμφωνα με τις διατάξεις της διαδοχικής ασφάλισης.
Δεν απαιτείται
Σημαντικό επίσης είναι να ειπωθεί ότι για τα πρόσωπα που προσλήφθηκαν για πρώτη φορά στο Δημόσιο πριν την 1/1/1983 δεν απαιτείται πλέον η αναγνώριση του χρόνου ασφάλισης στον ιδιωτικό τομέα και δεν καταβάλλεται συμπληρωματική εισφορά, όπως ίσχυε με το προγενέστερο νομικό καθεστώς. Ο χρόνος αυτός, από 13.05.2016 και μετά, συνυπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της διαδοχικής ασφάλισης.
Για την πληρέστερη προετοιμασία του υποψήφιου συνταξιούχου του Δημοσίου κατά την κατάθεση του αιτήματος συνταξιοδότησης, συστήνεται η κατάθεση αιτήματος ανακεφαλαίωσης του χρόνου που έχει εργαστεί στον ιδιωτικό τομέα πριν τον διορισμό του προκειμένου να επισπευστεί η απονομή της σύνταξης του.
Η Μαρία Στ.-Α. Θεοδωρίδου είναι Δικηγόρος-Εργατολόγος