Του Μιχάλη Χριστοδουλίδη
Η περίσσεια πράσινης ενέργειας, μπορεί σήμερα να μην αποταμιεύεται σε κάποια αποθηκευτικά συστήματα, ωστόσο η εξαγωγή της προς τα γειτονικά κράτη βρίσκεται σχεδόν σε μόνιμη κατάσταση.
Οι ΑΠΕ το 2024 μαζί με τα υδροηλεκτρικά παρήγαγαν 24.438 GWh καθαρής ενέργειας, καταγράφοντας αύξηση κατά 17,1% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2023.
Τελικά αυτό που διαπιστώσαμε για την χρονιά που πέρασε, είναι ότι στο ημερήσιο ενεργειακό ισοζύγιο της χώρας επικράτησαν οι εξαγωγές ρεύματος κυρίως τις μεσημεριανές ώρες σε φθηνή τιμή σε σχέση με τις εισαγωγές, ενώ αντίθετα τις βραδινές ώρες είχαμε εισαγωγές ακριβού ρεύματος.
Το ακριβό ρεύμα που εισαγάγαμε δεν ήταν «πράσινο», αλλά «ανθρακί» και μάλιστα κάποιες φορές πολύ «σκούρο ανθρακί». Η πράσινη ενέργεια δεν «πετιέται» και τόσο στα αζήτητα όπως είθισται να λέγεται, αλλά αυτές τις ώρες που υπάρχει υπερπαραγωγή ρεύματος και ταυτόχρονη μειωμένη εγχώρια ζήτηση πουλιέται σε γειτονικές χώρες.
Ανισορροπία
Αυτή η εγχώρια ανισορροπία μεταξύ παραγωγής και ζήτησης, οδηγεί σε ακριβές τιμές της κιλοβατώρας, ενώ από την άλλη, ο Έλληνας καταναλωτής δεν επωφελείται ανάλογα από τον τσάμπα ήλιο και τον τσάμπα άνεμο. Ωστόσο αξίζει να αναφερθεί ότι η σημερινή συνολική πράσινη εγκατεστημένη ισχύ στην χώρα μας αγγίζει τα 14GW, σχεδόν πάνω από το 50% της συνολικής εγκατεστημένης ηλεκτροπαραγωγικής ισχύος της χώρας, αλλά η τιμή του ρεύματος ακόμα βρίσκεται στα ύψη σε σχέση με άλλες χώρες (Δανία, Ολλανδία, Σουηδία κλπ.) που επίσης έχουν ΑΠΕ πάνω από το 50% στο μείγμα τους, αλλά η μέση χονδρεμπορική τιμή είναι υποδιπλάσια και πολλές φορές και υποτριπλάσια της δικής μας.
Κάποιοι πιστεύουν ότι οι μπαταρίες αποθήκευσης της πράσινης ενέργειας θα μας σώσουν, διότι έτσι θα μειωθεί σημαντικά το κόστος του ρεύματος, αφού τις βραδινές ώρες η ζήτηση θα καλύπτεται από αυτές και όχι από το ρεύμα που παράγουν οι θερμικές μονάδες που καίνε τα ακριβά ορυκτά καύσιμα.
Αυτό θα συμβεί, αλλά όχι στο βραχυπρόθεσμο ή και στο μεσοπρόθεσμο διάστημα, διότι το κόστος παραγωγής της πράσινης μεγαβατώρας δεν θα παραμείνει στα 70 ευρώ ή στα 80 ευρώ που είναι σήμερα, αλλά θα εκτοξευτεί στα 110 ή και 120 ευρώ, αφού θα ενσωματώσει και το κόστος της επένδυσης της αποθήκευσης.
Έτσι οι τιμές των πράσινων κιλοβατώρων δεν θα είναι χαμηλές, αλλά ίδιες με αυτές που παράγονται από τις ακριβές θερμικές μονάδες και ίσως και υψηλότερες. Οπότε τον πράσινο παραγωγό μάλλον τον συμφέρει η πράσινη ενέργεια να εξάγεται σε χώρες που υστερούν σε πράσινες επενδύσεις και παράγουν ακριβό ρεύμα από συμβατικές πηγές, όπως συμβαίνει στις γειτονικές μας χώρες, παρά να επενδύσει σε μια ακριβή αποθήκευση και να τις πουλάει στην εγχώρια κατανάλωση, διότι τα περιθώρια κέρδους στην πρώτη περίπτωση θα είναι πολλαπλάσια από την δεύτερη.
Κρίσιμο ερώτημα
Το ερώτημα παραμένει ανοικτό, γιατί να εισάγουμε ακριβό «ανθρακί» ρεύμα από τους γείτονες μας και να μην το παράγουμε εμείς, και μάλιστα όταν εξάγουμε τα λιγνιτικά μας κοιτάσματα προς αυτούς για να μας τα επιστρέφουν σε «βρώμικο» ακριβό ρεύμα.
Η άποψη μου είναι ότι η Ελλάδα βιάστηκε, ή πιέστηκε, ποιος ξέρει, να αναλάβει πιο γρήγορα από όλους την απολιγνιτοποιησή της. Όταν άλλες χώρες της Ε.Ε αποφάσισαν εντελώς διαφορετικά για την δική τους εξάρτηση από το λιγνίτη.
Συγκεκριμένα δεν κλείνουν τα λιγνιτικά τους εργοστάσια και έχουν πάρει παράταση, όπως η Γερμανία μέχρι το 2038, η Τσεχία μέχρι το 2042, η Πολωνία μέχρι το 2050 κλπ. Οι δικές μας κυβερνήσεις αποφάσισαν μέχρι τέλος του 2025 να κλείσουν και τις 4 συμβατικές λιγνιτικές μας μονάδες και το 2026 να κλείσει και η μοναδική οικολογικά εκσυχρονισμένη Πτολεμαΐδα 5, γιατί έτσι θεωρούν ότι θα πάμε πιο γρήγορα στην πράσινη μετάβαση. Εάν δεν έμπαινε και ο λιγνίτης στο μείγμα τους τελευταίους μήνες του χρόνου, σε ποσοστό που κάποιες φορές ξεπερνούσε και το 15% , θα είχαμε εκ περιτροπής μπλακ άουτ, ή θα αγοράζαμε ακόμα ακριβότερο ρεύμα από τους γείτονες.
Ο Μιχάλης Χριστοδουλίδης είναι Διπλωματούχος Μηχανολόγος-Μηχανικός ΑΠΘ-Ενεργειακός Επιθεωρητής