Στον δημόσιο διάλογο, ορισμένες σχέσεις δεν δηλώνουν πρόθεση ούτε αποδεικνύουν στρατηγική. Δηλώνουν όμως κάτι εξίσου σημαντικό: συνέχεια. Και η συνέχεια, όταν αφορά πρόσωπα, ιδέες και ρόλους, αξίζει να φωτίζεται χωρίς καχυποψία αλλά και χωρίς αφέλεια.
Πριν από περίπου δύο χρόνια, το εγχείρημα της Πολιτικής Ακαδημίας παρουσιάστηκε ως μια πρωτοβουλία πολιτικής παιδείας, με έμφαση στη γνώση, τον θεσμικό διάλογο και την καλλιέργεια δημόσιας σκέψης. Η συμμετοχή πανεπιστημιακών και ερευνητών προσέδωσε κύρος και ενίσχυσε τον χαρακτήρα μιας προσπάθειας που δήλωνε ρητά ότι δεν επιδιώκει άμεση πολιτική εκπροσώπηση ή επιρροή. Ήταν, με άλλα λόγια, ένα project παιδευτικό, όχι πολιτικό με τη στενή έννοια.
Σήμερα, μια μερίδα αυτών των ίδιων προσώπων εμφανίζεται να συμβουλεύει τη Μαρία Καρυστιανού σε ζητήματα στρατηγικής, λόγου ή δημόσιας παρουσίας. Το γεγονός αυτό, από μόνο του, δεν συνιστά μομφή ούτε προς την Πολιτική Ακαδημία ούτε προς την ίδια. Στον αντίποδα, μπορεί να ιδωθεί ως φυσική εξέλιξη: άνθρωποι με γνώση, αναλυτική επάρκεια και δημόσια εμπειρία είναι εύλογο να αξιοποιούνται σε διαφορετικά πλαίσια.
Ωστόσο, η σύμπτωση των ρόλων γεννά ένα εύλογο ερώτημα: κατά πόσο τα εκπαιδευτικά εγχειρήματα πολιτικής σκέψης λειτουργούν —έστω άτυπα— ως δεξαμενές ιδεών και προσώπων που αργότερα μετακινούνται προς πιο ενεργούς πολιτικούς ρόλους. Όχι ως αποτέλεσμα σχεδίου, αλλά ως αποτέλεσμα συγγένειας αντιλήψεων, κοινών αναφορών και κοινής γλώσσας.
Εδώ δεν τίθεται ζήτημα αθέμιτης πρακτικής. Τίθεται ζήτημα ανάγνωσης του οικοσυστήματος. Οι πολιτικές ιδέες, ιδίως όταν παράγονται σε ακαδημαϊκά ή ημι-θεσμικά περιβάλλοντα, σπάνια παραμένουν ουδέτερες για πάντα. Κάποια στιγμή αναζητούν εφαρμογή. Και τότε, οι άνθρωποι που τις έχουν επεξεργαστεί καλούνται —ή επιλέγουν— να περάσουν από τον ρόλο του αναλυτή στον ρόλο του συμβούλου.
Το ενδιαφέρον, επομένως, δεν βρίσκεται στο αν «ήταν τυχαίο» ή «ήταν προμελετημένο». Βρίσκεται στο πώς αντιλαμβανόμαστε τη διαδρομή από την πολιτική παιδεία στην πολιτική πράξη. Στο αν αναγνωρίζουμε ότι τα όρια ανάμεσα στα δύο είναι διαπερατά και ότι η μετάβαση δεν ακυρώνει την αξία κανενός από τα στάδια.
Σε μια ώριμη δημόσια σφαίρα, τέτοιες εκλεκτικές συγγένειες δεν αντιμετωπίζονται ως σκιές, αλλά ως δεδομένα προς κατανόηση. Η διαφάνεια δεν απαιτεί αποστασιοποίηση, αλλά καθαρότητα ρόλων. Και η καθαρότητα ρόλων επιτρέπει στον πολίτη να αξιολογεί πρόσωπα και ιδέες όχι με καχυποψία, αλλά με γνώση του πλαισίου μέσα στο οποίο δρουν.


