Η τεχνολογία της αναπαραγωγής προσφέρει πλέον δυνατότητες που πριν λίγες δεκαετίες ανήκαν στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας. Όμως, όσο πιο εντυπωσιακά προχωρά η επιστήμη, τόσο πιο προσεκτικά οφείλει να βηματίζει η Πολιτεία. Η παρένθετη μητρότητα είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η ιατρική πρόοδος μπορεί να ανακουφίσει τον ανθρώπινο πόνο – αλλά και να οδηγήσει, αν δεν υπάρξει ρύθμιση, σε σοβαρή ηθική εκτροπή.
Δυστυχώς, στην πράξη έχουμε δει να εκτυλίσσεται ένα σκιώδες πεδίο, όπου γυναίκες – συχνά αλλοδαπές ή οικονομικά ευάλωτες – δέχονται να κυοφορήσουν όχι για λόγους αλτρουισμού, αλλά έναντι χρηματικής αμοιβής. Μια «επί χρήμασι» πράξη, η οποία καταστρατηγεί τον σκοπό του νομοθέτη, παραβιάζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και μετατρέπει τη γέννηση ενός παιδιού σε οικονομική πράξη. Είναι η στιγμή που η ανθρώπινη ζωή εκπίπτει από δώρο αγάπης σε προϊόν συναλλαγής – και εκεί καμία φιλελεύθερη ή προοδευτική ρητορεία δεν μπορεί να σταθεί επαρκής.
Μέσα σε αυτό το ρευστό και ιδιαιτέρως ευαίσθητο πλαίσιο, η παρέμβαση του Υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη έρχεται ως φωνή σταθερότητας και θεσμικής σοφίας. Με την προτεινόμενη ρύθμιση για την αυστηροποίηση των όρων παρένθετης μητρότητας – και τον αποκλεισμό συγκεκριμένων κατηγοριών υποψηφίων που παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο εμπλοκής με αδιαφανείς πρακτικές – ο κ. Φλωρίδης δεν επιδιώκει ούτε να διχάσει, ούτε να εντυπωσιάσει. Επιλέγει, ωστόσο, να κυβερνήσει με όρους αρχής. Και αυτό δεν είναι σύνηθες στις μέρες μας.
Η απόφασή του να ανοίξει ένα δύσκολο και ακανθώδες ζήτημα, αντί να το κρύψει κάτω από το χαλί, δείχνει πολιτική γενναιότητα. Ακόμη πιο σημαντικό: δείχνει μια διορατικότητα που αναγνωρίζει ότι πίσω από κάθε φαινομενική πρόοδο, μπορεί να υποβόσκει η εκμετάλλευση και η καταπάτηση βασικών ανθρωπίνων αξιών. Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη επαγγελματίες του δικαίου και της ιατρικής υποδέχονται τη ρύθμιση ως ένα βήμα εξορθολογισμού και προστασίας των εμπλεκομένων μερών.
Το παιδί δεν είναι δικαίωμα – είναι ευθύνη. Και η κυοφορία του δεν είναι συμβόλαιο – είναι μια πράξη βιολογικού και ψυχικού δανεισμού, που δεν μπορεί να υποτάσσεται στους νόμους της αγοράς. Η πρωτοβουλία του Υπουργείου Δικαιοσύνης μάς υπενθυμίζει ότι η νομοθεσία δεν είναι ένας απλός μηχανισμός ρύθμισης επιθυμιών, αλλά το ανάχωμα μιας κοινωνίας που θέλει να παραμείνει ανθρώπινη.
Κι αν ο διάλογος που θα ακολουθήσει αποδειχθεί πολωτικός, αυτό δεν αναιρεί την αξία της πράξης. Αντιθέτως, αποδεικνύει ότι η Πολιτεία εξακολουθεί να διαθέτει στελέχη που δεν κυβερνούν με το βλέμμα στραμμένο στα πρωτοσέλιδα, αλλά με αίσθηση ιστορικής ευθύνης.